top of page


Klearchos Loukopoulos was born in Thermo, Aetolia in 1906. He first became interested in art at the age of 16, when he worked with the painter Konstantinos Maleas, who was making drawings and paintings for the excavations at Thermo. In 1924 he went to the Athens Law School while also taking up drama at the National Theatre and music at the National Conservatory. Soon, however, Loukopoulos had to leave Greece in order to seek medical treatment. After his recovery, he travelled around Europe to study art in various European Museums. He became close friends with the painters Tsarouchis and Diamantopoulos and in 1938-1939 studied painting with Vyzantios. At the same time he set up his first sculpture studio. After the war, from 1945 until 1950, he studied sculpture at the atelier of the sculptor Thanasis Apartis, all the while travelling extensively in Europa and the USA in order to keep abreast of artistic developments. 

Inspired by pre-classical ancient Greek sculpture and modernist trends alike, Loukopoulos became a pioneer of abstract sculpture in Greece. His early artwork consisted of figurative, anthropomorphic sculptures rendered in limestone or marble. Towards the end of the 1950s he started to work almost exclusively in metal and concurrently his sculptures became more abstract. In the 60s he all but abandoned figuration in favour of compact, curvilinear geometrical compositions that became more dense and solid in time. For Loukopoulos line, surface and volume were the basic elements of the art of sculpture. These geometric ‘quantities’ provided the sculptor with a basic plastic alphabet that could be endlessly varied to express the personal idiom of the artist. His main stimuli were the exploration, with purely sculptural means, of the concept of space and the phenomenon of ‘being and becoming’. According to Matoula Scaltsa, Loukopoulos was, in fact, a ‘sculptor builder’, his compact masses built up like structural elements. The orientations and development of planes in his sculptures were aimed at the widest possible field of visibility, which firmly placed them in space. In the words of the art critic Alexander Xydis: “The sculpture of Loukopoulos is monumental even in small works.(….) Closed and firm from every side, they unequivocally occupy the space they create. Visible from all sides, always balanced, they acquire life and movement by the profound indentations, which condense the shade, leaving the light to run freely over the surfaces and edges of the planes’

In the 70s and 80s Loukopoulos joined masculine components, characterized by compact volumes, with feminine counterparts, rendered in curvilinear planes. Never complacent, he also experimented in the 1980s, his last creative period, with new materials such as plaster, zinc, polystyrene and wax.

 Loukopoulos was not only a sculptor, but as such also published many articles on modern art in newspapers and art magazines.  His work was honored with several awards and distinctions, such as the Award from the International Union of Art Critics, awarded by the Greek branch of ALCA in 1963 and the National Art Prize in 1972, which he refused in protest against the Greek junta in power at that time. Deeply aware of the importance of art, Loukopoulos took an active part in the cultural life of his country.  In 1976 he joined the ‘Group for Communication and Education in Art’, serving as its president for four years. 

The sculptures of Loukopoulos are included in numerous public and private collections in Greece, France, the United States, the UK, Japan and Cyprus. He showed his work in many solo and group exhibitions, both in Greece and abroad.  In 1956 and 1966, for instance, he represented Greece in the Venice Bienalle. Between 1962 and 1966 he collaborated with architect Aris Konstantinidis and created a series of monumental, constructivist compositions for the Greek National Tourist Board (EOT).  In fact, his work can be found in public places throughout Greece, a noteworthy example being the Stele (1976) at the Ethniki Amina Metro station in Athens.

 In 1997, two years after his death, a retrospective exhibition of the artwork of this major Greek sculptor took place at the Vafopoulio Cultural Centre in Thessaloniki. 

Ο ΚΛΕΑΡΧΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας το 1906. Άρχισε να ενδιαφέρεται για την τέχνη στην ηλικία των 16, όταν εργάστηκε με τον ζωγράφο Κωνσταντίνο Μαλέα, ο οποίος είχε κάνει σχέδια και ζωγραφιές για τις ανασκαφές στο Θέρμο. Το 1924 φόιτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα θεατρικού δράματος στο Εθνικό Θέατρο και μουσική στο Εθνικό Ωδείο. Σύντομα όμως ο Λουκόπουλος έπρεπε να φύγει από την Ελλάδα προκειμένου να αναζητήσει ιατρική περίθαλψη. Μετά την ανάρρωσή του ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη για να μελετήσει την τέχνη σε διάφορα ευρωπαϊκά μουσεία. Έγινε στενός φίλος με τους ζωγράφους Γιάννη Τσαρούχη και Διαμαντόπουλο, και το 1938-39 σπούδασε ζωγραφική με τον Βυζαντίου. Παράλληλα δημιούργησε το πρώτο του στούντιο γλυπτικής. Μετά τον πόλεμο, από το 1945 έως το 1950, σπούδασε γλυπτική στο εργαστήριο του γλύπτη Θανάση Απάρτη. Όλο αυτό το διάστημα ταξιδεύε συχνά στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ προκειμένου να ενημερωθεί για τις καλλιτεχνικές εξελίξεις ανά τον κόσμο.

Εμπνευσμένος από την προ-κλασική αρχαία ελληνική γλυπτική και τα ρεύματα του μοντερνισμού, ο Λουκόπουλος έγινε πρωτοπόρος της αφηρημένης γλυπτικής στην Ελλάδα. Από νωρίς το έργο τέχνης του αποτελούνταν από παραστατικά, ανθρωπόμορφα γλυπτά που αποδίδονται σε ασβεστόλιθο ή μάρμαρο. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 άρχισε να εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μέταλλο και ταυτόχρονα τα γλυπτά του έγιναν πιο αφηρημένα. Στη δεκαετία του '60 άρχισε να εγκαταλείπει την αναπαράσταση για τις καμπυλόγραμμες γεωμετρικές συνθέσεις. Για τον Λουκόπουλο η γραμμή, η επιφάνεια και ο όγκος ήταν τα βασικά στοιχεία της γλυπτικής του. Βασικά ερεθίσματά του ήταν η εξερεύνηση της έννοιας του χώρου και του φαινομένου της. Σύμφωνα με την Ματούλα Σκαλτσά, ο Λουκόπουλος ήταν, στην πραγματικότητα, ένας «οικοδόμος γλύπτης». Σύμφωνα με τα λόγια του κριτικού τέχνης Αλέξανδρου Ξύδη: «Η γλυπτική του Λουκόπουλου είναι μνημειώδης, ακόμη και σε μικρά έργα (....) Κλειστή και στερεή από κάθε πλευρά, που κατηγορηματικά καταλαμβάνουν το χώρο που δημιουργεί.  Η τέχνη του ορατή από όλες τις πλευρές και πάντα ισορροπημένη, αποκτά ζωή και κίνηση από τις βαθιές εγκοπές, οι οποίες συμπυκνώνουν την σκιά, αφήνοντας το φως να τρέξει ελεύθερα πάνω από τις επιφάνειες. 

Στις δεκαετίες του '70 και του '80 τα στοιχεία που χρησιμοποιεί χαρακτηρίζονται από συμπαγείς όγκους και καμπυλόγραμμα επίπεδα. Στη δεκαετία του 1980, την τελευταία δημιουργική περιοδό του, χρησιμοποίησε νέα υλικά όπως το σοβά, τον ψευδάργυρο, το πολυστυρένιο και το κερί.


Ο Λουκόπουλος δεν ήταν μόνο ένας γλύπτης, όπως δημοσιεύεται σε πολλά άρθρα για την σύγχρονη τέχνη, σε εφημερίδες και περιοδικά τέχνης. Το έργο του τιμήθηκε με πολλά βραβεία και διακρίσεις, όπως το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης, που χορηγείται από την AΙCA το 1963, και την Εθνική Πινακοθήκη το 1972, το οποίο και αρνήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας εναντίον της ελληνικής χούντας που βρισκόταν στην εξουσία. Με βαθιά επίγνωση της σημασίας της τέχνης, ο Λουκόπουλος συμμετείχε ενεργά στην πολιτιστική ζωή της χώρας του. Το 1976 εντάχθηκε στην «Ομάδα για την Επικοινωνία και την Εκπαίδευση στην Τέχνη», όπου διετέλεσε πρόεδρος της για τέσσερα χρόνια.

Τα γλυπτά του Λουκόπουλου βρίσκονται σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, την Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιαπωνία και την Κύπρο. Έδειξε το έργο του σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το 1956 και το 1966, για παράδειγμα, εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας. Μεταξύ του 1962 και του 1966 συνεργάστηκε με τον αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη και δημιούργησε μια σειρά από μνημειώδης, κονστρουκτιβιστικές συνθέσεις για το Εθνικό Συμβούλιο Τουρισμού (ΕΟΤ). Το έργο του βρίσκεται σε δημόσιους χώρους σε όλη την Ελλάδα. Αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι η Στήλη (1976) στο σταθμό του μετρό Εθνικής Αμύνης στην Αθήνα.

Το 1997, δύο χρόνια μετά το θάνατό του, πραγματοποιήθηκε μια αναδρομική έκθεση του σημαντικού αυτού Έλληνα γλύπτη, η οποία έλαβε χώρα στο Πολιτιστικό Κέντρο Βαφοπουλείου στη Θεσσαλονίκη.

Anchor 1
bottom of page