top of page

ALBERTO GUZMAN, 1927-2017

 

Alberto Guzmán, born on September 4, 1927, in Vichayal, Peru, was a versatile artist known for his sculptures, jewelry, furniture, and paintings. From a young age he showed an aptitude for sculpture, making his own animal and corral toys from clay. He moved to Lima when he was 12 years old and learned there to work in metal alongside his father who was a welder at the aviation company Fawcett.

 

In 1949, Guzmán earned a scholarship to the Escuela National de Bellas Artes in Lima. By 1953, he presented his first iron sculpture in Talara, followed by several solo exhibitions. The most significant was at the Instituto de Arte Contemporáneo in Lima in 1959, where he received the André Malraux scholarship from the French Ministry of Culture to travel to France. In 1961, he exhibited his welded wire sculptures at the Musee d’Art Moderne de Paris during the Latin American Art in Paris exhibition, and also participated in the Salon de la Jeune Sculpture.

The period from 1960 to 1964 marked a crucial phase in his artistic development. He began using metal rods and spheres, creating intricate designs with small soldered plates that formed a cradle-like structure blooming with linear elements. During this time, Guzmán transitioned from using iron to bronze. In 1967, he won the André Susse Young Sculptor Award.

In the 1970s, Guzmán shifted his focus to marble, winning the Bourdelle Award in 1971. Art historian Jacques Lassaigne praised his work, noting, “Guzmán’s sculptures are made to be borne up, to stay suspended. They seem to set off on trajectories like those meteorites that so strike man’s imagination.” 

In 1982, he took part in the exhibition The Art of Latin American at the Grand-Palais in Paris, and in 1986, he exhibited at the Havana Biennial. The French government honored him with the title and medal of Knights of Arts and Letters in 1989. From 1993, Guzmán he turned to painting large ink pieces conceived as diptychs.

In 2010, the Peruvian government awarded Guzmán with the Grand Cross. His final show in 2012 was a retrospective exhibition artwork from 1959 to his most recent works. Alberto Guzmán passed away on November 2, 2017, remembered as the sculptor who sought to capture what seemed impossible: light, the sun, emptiness, dreams, the invincible.

Anchor 1

ALBERTO GUZMAN, 1927-2017

 

Ο Alberto Guzmán γεννήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1927, στο Βικαγιάλ στο Περού. Γλύπτης με πολύπλευρο έργο ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική, την κατασκευή επίπλων και κοσμημάτων. Από μικρή ηλικία δείχνει δείγματα του ταλέντου του φτιάχνοντας ο ίδιος τα παιχνίδια του, ζώα και κοράλλια από πηλό. Σε ηλικία 12 ετών, πηγαίνει στη Λίμα και μαθαίνει να χειρίζεται το μέταλλο, δίπλα στον πατέρα του που εργάζεται ως συγκολλητής στην αεροπορική εταιρεία Fawcett.

Το 1949, ο Guzmán ξεκινάει τις σπουδές του με υποτροφία στην Escuela National de Bellas Artes, στη Λίμα. Τέσσερα χρόνια αργότερα εκθέτει το πρώτο του γλυπτό από σίδηρο στην Ταλάρα. Στην πρώτη του ατομική έκθεση στο Instituto de Arte Contemporáneo στη Λίμα το 1959, λαμβάνει από το Γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού την υποτροφία André Malraux για να σπουδάσει στη Γαλλία. Το 1961, παρουσιάζει τα γλυπτά του από συγκολλημένο σύρμα στο Musée d’Art Moderne του Παρισιού, στην ομαδική έκθεση Latin American Art, και συμμετέχει στο «Salon de la Jeune Sculpture».

Η περίοδος από το 1960 έως το 1964 είναι κομβική στην καλλιτεχνική του εξέλιξη. Ξεκινάει να χρησιμοποιεί μεταλλικές ράβδους και σφαίρες, δημιουργώντας περίπλοκα σχέδια με μικρές συγκολλημένες πλάκες μετάλλου, σχηματίζοντας μια κατασκευή που μοιάζει με λίκνο από τον οποίο ξεπηδούν γραμμικά στοιχεία. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί επίσης τη μετάβαση του γλύπτη από το σίδερο στον μπρούτζο. Το 1967, βραβεύεται με το Bραβείο Nέων Kαλλιτεχνών André Susse.

Τη δεκαετία του 1970, ο Guzmán επικεντρώνεται στο μάρμαρο, κερδίζοντας το βραβείο Bourdelle, το 1971. Ο ιστορικός τέχνης Jacques Lassaigne επαίνεσε το έργο του, σημειώνοντας ότι «τα γλυπτά του Guzmán έχουν φτιαχτεί για να αντέχουν, για να μένουν μετέωρα. Μοιάζουν σαν να μπαίνουν σε τροχιές, όπως εκείνοι οι μετεωρίτες που τόσο συναρπάζουν τη φαντασία του ανθρώπου». 

Το 1982, συμμετέχει στην έκθεση L'Amérique latine à Paris στο Grand-Palais στο Παρίσι, και το 1986, εκθέτει στην Μπιενάλε στην Αβάνα. Το 1989, η Γαλλική Δημοκρατία τίμησε τον Alberto Guzman με το ύψιστο παράσημο του βαθμού του Ιππότη του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων. Από το 1993, ο Guzmán στρέφεται και στη ζωγραφική, συνθέτοντας δίπτυχους πίνακες μεγάλων διαστάσεων από μελάνι. 

Το 2010, του απονεμήθηκε το παράσημο του «Grand Cross», ύψιστη τιμή του Περουβιανού κράτους, για τη συνολική προσφορά του στον πολιτισμό. Το 2012, διοργανώθηκε στο Musée des Beaux-Arts στο Pau μια αναδρομική έκθεση του ζωγραφικού και γλυπτικού του έργου, αναδεικνύοντας μισό αιώνα καλλιτεχνικής αναζήτησης. Απεβίωσε στις 2 Νοεμβρίου 2017. Ο Guzman με τη βαθιά μελέτη της φόρμας που βρίσκεται σε άρρηκτη ένωση με τη φύση ανέδειξε την κοσμολογική διάσταση του έργου του. Έχει χαραχτεί στη μνήμη ως γλύπτης που προσπάθησε να συλλάβει αυτό που φαινόταν αδύνατο: το φως, τον ήλιο, το κενό.  

Anchor 2

Alberto Guzmán est né le 4 septembre 1927 à Vicayal, au Pérou. Sculpteur à l’œuvre polyvalente, il a également travaillé dans le domaine de la peinture, du mobilier et de la bijouterie. Dès son plus jeune âge, son talent se révèle. Il fabrique ses propres jouets, des animaux et des coraux, en argile. À l’âge de 12 ans, il part à Lima et apprend à travailler le métal, aux côtés de son père qui travaille comme soudeur pour la compagnie aérienne Fawcett.

En 1949, une bourse lui permet d’étudier à l’Escuela National de Bellas Artes à Lima. Quatre ans plus tard, il expose sa première sculpture en fer à Talara. Lors de sa première exposition personnelle à l’Instituto de Arte Contemporáneo de Lima en 1959, il obtient la bourse André Malraux du ministère français de la culture pour étudier en France. En 1961, il présente ses sculptures en fil de fer soudé au Musée d’art moderne de Paris, dans le cadre de l’exposition collective Art latino-américain, et participe au «Salon de la jeune sculpture». 

La période allant de 1960 à 1964 marque une étape cruciale dans son évolution artistique. Il commence à utiliser des tiges et des sphères en métal, créant des motifs complexes avec de petites plaques de métal soudées, formant une structure en forme de berceau d’où émergent des éléments linéaires. Cette période marque également le passage du fer au bronze. En 1967, il reçoit le prix André Susse des jeunes artistes en 1967.

Dans les années 1970, Guzmán se concentre sur le marbre et remporte le prix Bourdelle en 1971. L’historien d’art Jacques Lassaigne a fait l’éloge de son travail, notant que « les sculptures de Guzmán sont faites pour être portées, pour rester suspendues. Ils semblent s’engager sur des trajectoires semblables à ces météorites qui frappent tant l’imagination de l’homme ».

En 1982, il participe à l’exposition L'Amérique latine à Paris au Grand-Palais, et en 1986, il expose à la Biennale de La Havane. En 1989, il a été nommé au grade de chevalier de l’ordre des Arts et des Lettres. Depuis 1993, Guzmán s’est également tourné vers la peinture, composant des grands tableaux diptyques à l'encre. 

En 2010, la « Grand-Croix », la distinction honorifique la plus élevée de l’État péruvien lui a été discerné, pour l’ensemble de sa contribution à la culture. En 2012, une rétrospective de sa peinture et de sa sculpture a été organisée au musée des Beaux-Arts de Pau, mettant en lumière un demi-siècle d’exploration artistique. Il est décédé le 2 novembre 2017. L’étude approfondie de Guzman sur la forme qui est en union inextricable avec la nature a mis en évidence la dimension cosmologique de son œuvre. Guzman est un sculpteur qui a essayé de capturer l’impossible : la lumière, le soleil, le vide.  

bottom of page